Ψήφος και αποχή: μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των πραγματικών διλημμάτων

Καθώς βρισκόµαστε στην έναρξη µιας ακόμα προεκλογικής περιόδου, µεγάλο µέρος της κοινωνίας αντιµετωπίζει τις εκλογές σαν ένα µέσο µε το οποίο µπορεί να εκφραστεί, είτε για να δείξει την αντίθεσή του στην πολιτική που ακολουθείται, είτε για ν’ αναδείξει µε την ψήφο του ένα φαινοµενικά καινούριο καθεστώς. Η αναφορά σ’ αυτό το δίπολο «ψήφος δυσαρέσκειας/ψήφος ανοχής», δεν γίνεται τυχαία, αφού στην ελληνική τουλάχιστον κοινοβουλευτική παράδοση και πολιτική ζωή, φαίνεται ν’ αποτελεί τον κανόνα. Άλλωστε, το σύστηµα της αντιπροσωπευτικής, κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για µια ουσιαστική συµµετοχή στην διαµόρφωση της πολιτικής ζωής, αφού ο µόνος τρόπος «έκφρασης» της λαϊκής βούλησης είναι εξ ορισµού περιορισµένος σε ένα κλειστό σύστηµα ερωτήσεων και απαντήσεων που θυµίζει τις «πολλαπλές επιλογές» (multiple choice) των σύγχρονων, µεταµοντέρνων εκπαιδευτικών συστηµάτων. Πολλαπλές µεν, αλλά δοτές εκ των προτέρων. Συνεπώς, ούτε καν πολλαπλές µε την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου.

Κοιτάζοντας την Ιστορία των ελληνικών εκλογών από την ίδρυση του νεο-ελληνικού Κράτους, θα δούµε εκλογικά συστήµατα που ήταν ευθέως προσανατολισµένα ακριβώς σε τέτοιου είδους δίπολα: π.χ. παλιότερα, κάθε κάλπη ήταν χωρισµένη σε 2 τµήµατα. Το αριστερό ήταν µαύρο και το δεξιό λευκό. Σε κάθε εκλογικό τµήµα υπήρχαν τόσες κάλπες όσες και οι υποψήφιοι και ο κάθε ψηφοφόρος µε την ψήφο του (µαύρη ή λευκή) αποδοκίµαζε ή το αντίθετο, συγκεκριµένο υποψήφιο. Αυτές και άλλες παρόµοιου πνεύµατος εκλογικές τακτικές ή συνήθειες, εξελίχθηκαν στη συνείδηση του λαού σε εκλογικά έθιµα που φαίνεται πως είναι βαθιά ριζωµένα. Στις µέρες µας, ελάχιστοι είναι οι ψηφοφόροι που πιστεύουν ότι ασκώντας το εκλογικό τους δικαίωµα θα διαµορφώσουν µία καινούργια, πολύχρωµη και ουσιαστικά πολυφωνική πολιτική πραγµατικότητα. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων χρησιµοποιεί την ψήφο του είτε τιµωρητικά, είτε θέλοντας να δείξει επιδοκιµασία ή ανοχή στους κυβερνώντες. Η επιλογή του κόµµατος γίνεται µε φανατισµό και οπαδικά κριτήρια και, επί της ουσίας, ο ψηφοφόρος εµφορείται από την επιθυµία του να δηλώσει την δυσαρέσκειά του ή το αντίθετο – γεγονός που φαντάζει µάλλον «φυσιολογικό» από τη στιγµή που κάθε πολιτικό κόµµα πάσχει από παντελή ή ουσιαστική έλλειψη εσωκοµµατικής δηµοκρατίας, δεδοµένου ότι τα προγράµµατα, οι µέθοδοι ουσιαστικής λειτουργίας αλλά ακόµα και τα καταστατικά τους είναι αποτέλεσµα ενός επίσης αντιπροσωπευτικού συστήµατος και όχι προϊόν ελεύθερου και ισότιµου διαλόγου εκ µέρους των µελών. Το αντιπροσωπευτικό σύστηµα είναι το καλύτερο πεδίο για την επικράτηση του ισχυρότερου (οικονοµικά, κοινωνικά, προσωπικά) και δεν αφήνει περιθώρια για µια ουσιαστική, πραγµατική σύνθεση απόψεων κατόπιν συνδιαµόρφωσης πάνω σε βάσεις πολιτικής ισότητας.

Από την άλλη πλευρά, η οικονοµική και πολιτική ελίτ ευελπιστεί πως οι εκλογές θα κατευνάσουν την ολοένα και πιο έντονη λαϊκή οργή, ότι θα λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και κατά κάποιον τρόπο θα νοµιµοποιήσουν τις πρόσφατες πολιτικές επιλογές (που σηµειωτέον, προκάλεσαν τεράστιες συγκεντρώσεις, απεργίες οι οποίες όµως τελικά δεν κατάφεραν να ιδρώσουν το αυτί των εξουσιαστών, αλλά και άλλες, νέες, µορφές πολιτικής έκφρασης και συµµετοχής, όπως είναι οι λαϊκές συνελεύσεις οι οποίες ως «θεσµοί» και µόνον, αµφισβήτησαν το Αντιπροσωπευτικό σύστηµα στην ουσία του). Συνεπώς, η πολιτική ελίτ θα προσπαθήσει να εκµεταλλευτεί τις επόµενες εθνικές εκλογές προεχόντως ως ένα µέσο κατευνασµού της γενικευµένης δυσαρέσκειας µε το εξής σκεπτικό: «Όλοι όσοι φωνάζετε πως η Δηµοκρατία µας καταλύθηκε, πάρτε τώρα ελεύθερες εκλογές, αισθανθείτε ο “Κυρίαρχος Λαός” και σωπάστε»). Φυσικά, το γεγονός ότι τόσο η Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ. από την υπογραφή του πρώτου Μνηµονίου και µετά, όσο και η, ακόµα και µε κοινοβουλευτικούς όρους, νόθα και ανοµιµοποίητη (συν)Κυβέρνηση Παπαδήµου, έχουν λάβει αποφάσεις που έχουν προκαθορίσει την πορεία της χώρας για τις επόµενες δεκαετίες (πορεία που δεν µπορεί ν’ αλλάξει παρά µόνο αν η κοινωνία η ίδια φέρει τα πάνω – κάτω, κινούµενη εκτός των δοτών κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού), θα αποσιωπηθεί. ‘Η µάλλον, θα ξεπεραστεί σαν ένα επουσιώδες και άνευ µεγάλης σηµασίας, πολιτικό δεδοµένο.

Έτσι, ο πολίτης, για πρώτη φορά στην ιστορία της εν Ελλάδι κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας, θα έχει τυπικά την δυνατότητα να διαλέξει από µια πληθώρα κοµµάτων και το δικαίωµα να «σταυρώσει» όποιους επιθυµεί από τους εκατοντάδες επίδοξους αντιπροσώπους του (σ’ αυτή την χώρα, ίσως η πιο συχνή ευχή να είναι : «Στης Βουλής τα έδρανα – αχ κι εγώ να έκλανα»). Στην πραγµατικότητα, το µόνο που θα καταφέρει το εκλογικό σώµα, είναι να στείλει ένα ασαφές µήνυµα (σε ποιους αλήθεια;) που θα σχετίζεται µόνο µε µια γνωστή πολιτική θέση: αυτή που εφαρµόζεται αυτή τη στιγµή από τα κόµµατα εξουσίας, είτε συµµαχώντας µε αυτά ή απλώς, αποδοκιµάζοντάς τα στα τυφλά.

Θεωρητικά, σε µια οµαλώς λειτουργούσα κοινοβουλευτική δηµοκρατία, θα έπρεπε όλα τα κόµµατα να καταθέσουν το πλάνο τους για διακυβέρνηση, τις βασικές τους αρχές και το προγραµµατικό τους πλαίσιο. Στην κοινοβουλευτική δηµοκρατία µας όµως, αντιµετωπίζουµε το εξής παράδοξο: Οι πολιτικοί αντίπαλοι είναι ένα Νεοφιλελεύθερο κόµµα που αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστικό, ένα συγκεντρωτικό κόµµα που αυτοαποκαλείται Κοµµουνιστικό, ένας θίασος που θυµίζει παράσταση του Κατηχητικού µε θέµα «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια και Ανάπτυξη….» που τιτλοφορείται Νέα Δηµοκρατία, ένα συνοθύλευµα ιδεών χωρίς συνοχή και διάθεση για εύρεση µιας ελάχιστης αλλά σαφούς κοινής συνισταµένης που ονοµάζεται Αριστερά και κάποιες συµµορίες ή µεµονωµένα πρόσωπα µε ιδέες µεγαλείου, που θέλουν να λέγονται πολιτικοί. Ακόµη λοιπόν κι αν συµφωνούσαµε µε το θεσµό της αντιπροσώπευσης, η σηµερινή φάρσα ανύπαρκτων πολιτικών θέσεων που εκφράζονται από ένα τραγικά «φτηνό» πολιτικό προσωπικό, δεν µπορεί να σταθεί ούτε ως αντιπροσωπευτική δηµοκρατία.

Άρνηση συµµετοχής, ρήξη µε τον κοινοβουλευτισµό και προώθηση άµεσης δηµοκρατίας

Πολλοί είναι αυτοί που ορίζουν ένα πολίτευµα ως δηµοκρατικό, µόνο και µόνο από το γεγονός ότι παρέχει στους πολίτες του το δικαίωµα να ψηφίζουν/εκλέγουν κυβερνήσεις οι ίδιοι, και ταυτόχρονα µπορεί να εγγυηθεί κατά κάποιον τρόπο µια στοιχειώδη ελευθερία του λόγου, του τύπου και της συνάθροισης. Στην πραγµατικότητα όµως, η δηµοκρατία είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Το γεγονός και µόνο ότι έχουµε το δικαίωµα να εκλέγουµε κάποιον που θ’ αποφασίζει για εµάς, δεν νοµιµοποιεί ταυτόχρονα και τον χαρακτηρισµό του σηµερινού καζίνου ως δηµοκρατία. Κάποτε ο Ρουσσώ (στο Κοινωνικό Συμβόλαιο) έλεγε ότι οι Άγγλοι γίνονται πολίτες µόνο µια φορά στα τέσσερα χρόνια, όταν καλούνται να ψηφίσουν, να εκλέξουν έναν ηγέτη που τους αντιπροσωπεύει. Αυτή η ηµέρα των εκλογών είναι και η µόνη που οι φωνές τους ακούγονται. Μετά το τέλος όµως της διεξαγωγής των εκλογών, η δουλεία επιστρέφει, κι επιστρέφει διότι κανένας τους δεν µπορεί να παρέµβει ούτε στις αποφάσεις έχουν ληφθεί δημοκρατικά, αλλά ούτε και σ’ αυτές που θα λάβει η κοινοβουλευτική ολιγαρχία. Μένουν, λοιπόν, έρµαια των πολιτικών επιλογών των ολίγων που οι ίδιοι εξέλεξαν, δίχως τη δυνατότητα (αυτο)αναίρεσης και περαιτέρω συμμετοχής. Ωστόσο, βέβαια, και κυρίως µε βάση τα σηµερινά δεδοµένα, ούτε καν αυτή η µέρα των εκλογών δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως µια µέρα πραγµατικής ελευθερίας. Και αυτό διότι οι περισσότερες αποφάσεις κρίνονται µε βάση τις µαθηµατικές/οικονομικές εξισώσεις των αγορών. Ούτε καν από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία! Εποµένως, ακόµα και η έννοια της φιλελεύθερης δηµοκρατίας ακούγεται άκυρη και μή αντιπροσωπευτική. Η πραγµατική ονοµασία του σηµερινού µας πολιτεύµατος θα έπρεπε να ονοµάζεται φιλελεύθερη ολιγαρχία, όπως πολύ εύστοχα την αποκαλούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. [1]

Εν ολίγοις, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: για ποιόν λόγο να συμμετάσχει κανείς στην εκλογική διαδικασία από την στιγµή που τα πράγµατα δεν καθορίζονται µόνο από τους βουλευτές που εµείς νόµιµα έχουµε εκλέξει αλλά κυρίως από διάφορους µηχανιστικούς µαθηµατικούς/οικονοµικούς διεθνείς παράγοντες που ρυθµίζουν την παγκόσµια οικονοµία; Δεν έχουµε, λοιπόν, ν’ αντιµετωπίσουµε απλά και µόνο µια εκλεγµένη ολιγαρχία, αλλά µια οικονοµική δικτατορία εντός ενός καθεστώτος που για εντελώς τυπικούς και µόνο λόγους, χρησιµοποιεί κάποιες δηµοκρατικές έννοιες, όπως οι εκλογές.

Πολλοί από εµάς σκοπεύουν να ψηφίσουν έτσι ώστε «να µην πάει η ψήφος χαµένη». Ή µε το σκεπτικό πως «από το να βγει κυβέρνηση από µια µικρή µειοψηφία, είναι καλύτερα να ρίξω ψήφο διαµαρτυρίας – να στηρίξω το κόµµα που είναι το λιγότερο κακό ή αυτό που, αν και δεν µε εκφράζει, είναι πάντως “πιο κοντά” σε µένα». Όλες αυτές οι αντιλήψεις αποδεικνύουν περίτρανα τον θλιβερό εγκλωβισµό του  ψηφοφόρου (και ολόκληρου του Κυρίαρχου Λαού…) εντός µιας φυλακής όπου ο  καθένας µπορεί να πει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι αλλά έως την εβδόµη βραδινή – ώρα κατά την οποία το πανηγύρι ελευθερίας και η αυταπάτη περί λαϊκής κυριαρχίας  τελειώνει και ο κόσµος, από προαυλιζόµενος στα εκλογικά κέντρα των υποψηφίων και τα εκλογικά τµήµατα, επαναµετατρέπεται σε έγλειστος και τηλεοπτικο-αυνανιζόµενος. Ποιά δυνατότητα έκφρασης δίνει η σηµερινή (κατ’ επίφαση) δηµοκρατία σ’ αυτόν που διαφωνεί µε το ίδιο το πολιτικό σύστηµα ή ακόµη και µε την αντιπροσωπευτική δηµοκρατία καθαυτή; Ποιά δυνατότητα συµµετοχής στη λήψη αποφάσεων (που ρυθµίζουν την ίδια του τη ζωή) έχει ο πολίτης, πέρα από τη συµβολική ρίψη ενός κωλόχαρτου σε ένα κουτί, κάθε τέσσερα (ή όσα βολεύει το σύστηµα) χρόνια; Οι  εκλογές δεν αποτελούν τίποτε παραπάνω από την ψευδαίσθηση της συµµετοχής, παράλληλα µε την καλλιέργεια της ηθικής της συλλογικής  ευθύνης. «Αφού πρώτο κόµµα ήταν το τάδε, δεν µπορείτε να µιλάτε για σύγχρονη µορφή χούντας, καθώς ο λαός µίλησε».  Ο λαός, λοιπόν, σύµφωνα µε τους υφιστάµενους εξουσιαστικούς θεσµούς, είναι ένα χειραγωγήσιµο αντικείµενο (ούτε καν υποκείµενο) το οποίο, είτε µε την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων, είτε µε την αναγκαστική έκθεσή του σε εκβιαστικά διληµµάτα, έχει τη δυνατότητα να κινηθεί «ελεύθερα» µεν αλλά περιοριζόµενος σε δύο διαστάσεις σαν καρικατούρα ενός ξένου προς αυτόν σχεδιαστή. Ή θα ακολουθήσει τον Χ που θα ακολουθήσει την Α πολιτική, ή θα κρίνει ως καλύτερο τον Ψ που θα ακολουθήσει και αυτός την Α πολιτική.

Υπάρχει,  βέβαια, και µια τρίτη περίπτωση: να συσπειρωθεί κάπου αλλού, π.χ. στην αριστερά, η ίδια όµως κάνει ό,τι µπορεί ώστε να αποφύγει τέτοιες φουρτούνες.  Άλλωστε, η πολιτική της προσωπικότητα δεν είναι αυτόνοµη, αυθύπαρκτη, αλλά ετεροκαθοριζόµενη µε σηµείο αναφοράς το τι δεν θέλει και το πού  διαφωνεί. Ποτέ όµως δεν αυτονοµείται µε βάση το τι επιδιώκει η ίδια και  πώς ακριβώς θα το διεκδικήσει µέχρι να το καταφέρει. Συνεπώς: στον σύγχρονο κοινοβουλευτισµό υπάρχει µία πολιτική µε περισσότερα κόµµατα που την εκφράζουν θετικά και ακόµη κάποια άλλα κόµµατα που την εκφράζουν (αφορίζουν 😉 αρνητικά, κινούµενα όµως πάντα εντός του ίδιου πλαισίου. Οι χορευτές, καλοί ή χειρότεροι, φιγουρατζήδες ή στιλιζαρισµένοι, όλοι πάντως χορεύουν ενσυνείδητα τον ίδιο κύκλιο χορό, κοιτάζοντας βέβαια πάντα προς τα  µέσα και όχι προς την κοινωνία που καλείται να παρακολουθεί χειροκροτώντας ή σιωπηλά.

«Απ’  την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά, αυτό  που  προέχει είναι η αναζήτηση  πελατείας, είναι η εξουσία, το ψέµα, η απάτη και τα φούµαρα. Είναι η  περιφρόνηση του φουκαρά που ρίχνει στα χαµένα την εµπιστοσύνη του στην κάλπη   χωρίς να σκέφτεται τη χολέρα της απογοήτευσης που, καθώς τον οδηγεί εξαγριωµένο στην τυφλή λύσσα, τον προετοιµάζει για τη βαρβαρότητα  του «ο καθένας για πάρτη του» και του «όλοι εναντίον όλων» (Ραούλ Βάνεγκεµ)

Αποχή και άνοδος της ακροδεξιάς ή µή πλειοψηφικών κυβερνήσεων

Ένα από τα βασικότερα ζητήµατα που αφορούν την αποχή, και κάτι που προβληµατίζει αρκετούς, είναι το τί θα µπορούσε ν’ ακολουθήσει αν η πλειοψηφία των απογοητευµένων πολιτών αποφάσιζαν ν’ απέχουν; Κάτι τέτοιο θα έδινε κοινοβουλευτικό αβαντάζ στην ακροδεξιά (αν βέβαια γίνει δεκτό ότι όσοι απέχουν ανήκουν συνήθως σε «προοδευτικούς» πολιτικούς χώρους). Ας φέρουµε εδώ µερικά παραδείγµατα. Στην Βρετανία, το αποτέλεσµα των ευρωεκλογών έδωσε απόλυτο προβάδισµα στο Νεοφιλελεύθερο Δεξιό κόµµα των Tories, ενώ δεύτεροι ήρθαν οι ακροδεξιοί/νεοσυντηρητικοί του Nigel Farrange. Στην τρίτη θέση βρέθηκαν οι κεντρώοι του Labour Party ενώ την έκπληξη έκανε το British National Party, γνωστό για τις νεοφασιστικές του θέσεις (π.χ. δεν δέχεται έγχρωµους στους κύκλους του) που κέρδισε 2 έδρες. Η αποχή όµως ξεπέρασε το 50%. Παροµοίως στην Ισπανία, κερδισµένο στις τελευταίες εκλογές βγήκε το Συντηρητικό/Νεοφιλελεύθερο κόµµα του Ραχόι, µε ποσοστό 39.94% έναντι 28.73% της κεντροαριστεράς παράταξης. Η συγκεκριµένη, όµως, κυβέρνηση πλειοψήφησε στο ποσοστό του 71,69% του εκλογικού σώµατος που συµµετείχε (το 28,31% απείχε της εκλογικής διαδικασίας). Κάτι που σηµαίνει ότι ακόµα και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ακόµα, δηλαδή, και αν µιλήσουµε µε τη γλώσσα της αρχής της πλειοψηφίας και της αντιπροσώπευσης, έχουµε να κάνουµε µε µια κυβέρνηση που τη νοµιµοποιεί µόλις το 28,6% του πληθυσµού της χώρας (αναγωγή ψήφων 1ου κόµµατος στο σύνολο του εκλογικού σώµατος), κοινώς πρόκειται για µια κυβέρνηση µειοψηφική που όµως κυβερνά. Θα επιτρέψουµε όµως εµείς τη άνοδο της ακροδεξιάς ή θα δώσουµε σε µια κυβέρνηση µειοψηφική τη δυνατότητα να µας εξουσιάζει;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήµατα είναι η εξής: 1) Ακόµα και αν η ακροδεξιά κατορθώσει και μπει στη Βουλή, θα είναι αναγκασµένη να πετάξει το προσωπείο του ακραίου και να συµβιβαστεί µε την εκάστοτε νοµοθεσία που διέπει τους κοινοβουλευτικούς θεσµούς. Θα πρέπει δηλαδή να πάψει να είναι ακραία και να µετατραπεί σε ένα ακόµα «αστικοδηµοκρατικό κόµµα». Ας θυµηθούµε το λόγο του Καρατζαφέρη εκτός Βουλής, περί κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης και δηλώσεις ανοιχτής υποστήριξης προς τη χούντα των Συνταγµαταρχών. Η είσοδός του στην Βουλή σήµανε και τη στροφή από την άκρα δεξιά προς µια πιο πολιτικά ορθή νεοσυντηρητική κατεύθυνση. Προφανώς, κάτι παρόµοιο θα µπορούσε να συµβεί και µε άλλα ακροδεξιά κόµµατα. Ή µήπως ακραίες εθνικιστικές φωνές δεν υπάρχουν εντός των µεγάλων κοµµάτων; 2) Οι διαφορές µεταξύ µιας σοσιαλδηµοκρατικής κυβέρνησης και µιας συντηρητικής Νεοφιλελεύθερης είναι, στην πραγµατικότητα, ελάχιστες. Κάτι τέτοιο δεν παρατηρούµε µόνο στην Ελλάδα, όπου οι διαφορές µεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υπήρξαν µηδαµινές αλλά, πλέον, και οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου του Σοσιαλδηµοκρατικού κόµµατος της Γερµανίας, Μάρτιν Σουλτζ, επιβεβαιώνουν το ότι οι εντολές που εκτελούν οι «δηµοκρατικά εκλεγµένες κυβερνήσεις» δεν µπορεί ν’ αποκλείνουν από αυτά που προστάζουν οι στατιστικές της διεθνούς οικονοµίας: «Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου είναι αυτός που ως Έλληνας Πρωθυπουργός ξεκίνησε τις αναγκαίες και επώδυνες µεταρρυθµίσεις. Προς όφελος της χώρας έβαλε σε δεύτερη µοίρα το συµφέρον του κόµµατος. Ελπίζω ότι θα µπορέσουν να επικρατήσουν οι συνετές δυνάµεις στη χώρα, διότι η ριζοσπαστικοποίηση δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν» [2]. Αν αυτές οι δηλώσεις προέρχονται από έναν σοσιαλδηµοκράτη πολιτικό, τότε ας µην περιµένουµε τίποτα καλύτερο από τη δική του παράταξη όταν (και αν) θ’ αναλάβει την εξουσία. Ακόµα και αν υποθέσουµε ότι η κοινή γνώµη επιθυµεί µια επιστροφή στη σοσιαλδηµοκρατία και αποφασίζει να εκλέξει µια κεντοραριστερή παράταξη, κατά πόσο η νέα αυτή κυβέρνηση θα εφαρµόσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις αρνούµενη να συµβιβαστεί µε τις διαταγές των αγορών; Συνεπώς, κάθε κυβέρνηση που εκλέγουµε, είναι κατά κάποιον τρόπο µειοψηφική, και η αποχή δεν σηµαίνει ότι νοµιµοποιούµε µειοψηφικές κυβερνήσεις από τη στιγµή που, σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν καθορίζονται αυστηρά από διεθνής οικονοµικούς παράγοντες.

Τα παραδείγματα πολιτικών πρώην (και νυν) που εκ΄του ασφαλούς κατακρίνουν τις Νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεν σταματούν εδώ. Από τον Γιώργο Παπανδρέου που σε συνέντευξή του στο Democracy Now κατέκρινε την Goldman Sachs και τις πολυεθνικές για τις πολιτικές που εφαρμόζουν στην Ελλάδα, μέχρι και τον Μπερλουσκόνι ο οποίος μόλις λίγες μέρες πριν δήλωσε τα εξής: «Τη γνωρίζουμε τη θεραπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ιταλία. Προκάλεσε την καταστροφή της Ελλάδας και τώρα αρχίζει να καταστρέφει την Ισπανία». Καί οι δύο πολιτικοί, όσο βρίσκονταν στην εξουσία εφάρμοζαν ακριβώς τα ίδια μέτρα. Η μεν κυβέρνηση Παπανδρέου τσεκούρωσε επιδόματα και συντάξεις, διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από το κοινωνικό κράτος και δεν είχαν καταφέρει να διαλύσουν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις μαζί. Ο δε Μπερλουσκόνι, κατά τη διάρκεια της θητείας του επέβαλε τα πιο σκληρά Νεοφιλελεύθερα μέτρα για τα Ιταλικά δεδομένα, συνυπέγραφε στις απαγορεύσεις διαδηλώσεων, ενώ τώρα ξαναρχίζει τους φαμφαρονισμούς προσποιούμενος ότι παίρνει το μέρος ενός λαού που δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί όσο βρίσκονταν στην εξουσία. Μήπως δεν ήταν η «κεντροαριστερά» πολιτική παράταξη των Labours στην Βρετανία η πρώτη που επέβαλε τον τριπλασιασμό των πανεπιστημιακών διδάκτρων από 1.000 λίρες το χρόνο σε 3.000 και τώρα ασκεί κριτική εξ αριστερών στις περικοπές που εφαρμόζουν οι Tories; Μήπως δεν ήταν οι Tories που κατέκριναν το σύστημα κοινωνικού ελέγχου και ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων μέσω CCTV που συναντά πλέον κανείς στο Λονδίνο, ενώ τώρα που έχουν σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το Liberal Party (Φιλελεύθερο Κόμμα) επιβάλλουν από τα πιο σκληρά μέτρα κρατικής καταστολής; Μήπως δεν ήταν οι Φιλελεύθεροι που δήλωσαν προ-εκλογικά πως δεν θα υποστηρίξουν τις περικοπές στην παιδεία, ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο προσπαθούν να πείσουν τους φοιτητές ότι ο τριπλασιασμός των διδάκτρων από 3.000 τον χρόνο σε 9.000 είναι αναγκαίος; Ή ο δήμαρχος του Λονδίνου, John Boris, που κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του Αυγούστου μιλούσε ανοιχτά υπέρ της καταστολής και της χρήσης κανονιών νερού και της εμπλοκής του στρατού, παρόλ’ αυτά, στην προεκλογική του εκστρατεία παραδέχεται ότι οι ταραχές οφείλονται στον κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνει μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού στην Βρετανία και κυρίως το Λονδίνο;

Στην ελληνική πραγµατικότητα: Στην πράξη, η αποχή δεν υπονοµεύει, άµεσα τουλάχιστον, το κοινοβουλευτικό σύστηµα. Σύµφωνα µε τον εκλογικό νόµο, οι έδρες διανέµονται µε βάση τα έγκυρα ψηφοδέλτια, στα οποία, εκτός των άκυρων, δεν συµπεριλαµβάνονται ούτε τα λευκά (παρά την αντίθετη απόφαση 12/2005 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, σύµφωνα µε την οποία η µη προσµέτρηση των λευκών ψηφοδελτίων κατά την εύρεση του εκλογικού µέτρου, αντίκειται στο Σύνταγµα αφού θίγει τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας της ψήφου). Άρα, ακόµα και στο θεωρητικό ενδεχόµενο κατά το οποίο θα απείχε της εκλογικής διαδικασίας η πλειοψηφία του εκλογικού σώµατος, και, ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των πολιτών που θα προσέρχονταν στις κάλπες θα επέλεγε να ψηφίσει λευκό ή να «ρίξει» άκυρο ψηφοδέλτιο, και πάλι θα προέκυπτε νέα Βουλή. Ο ισχύων στην Ελλάδα εκλογικός νόµος, αλλά, κατά κανόνα, και οι εκλογικοί νόµοι στις υπόλοιπες δυτικές κοινοβουλευτικές δηµοκρατίες, δεν αφήνουν περιθώρια για τέτοιου είδους εκλογικά αστεία… Συγκεκριµένα: α) Για να εισέλθει ένα συνδυασµός (κόµµα, συνασπισµός κοµµάτων ή µεµονωµένος υποψήφιος) στη Βουλή, πρέπει να συγκεντρώσει το 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων του συνόλου σε όλη την Επικράτεια. β) Στις επόµενες βουλευτικές εκλογές, οι 250 έδρες θα διανεµηθούν µε βάση το ποσοστό των κοµµάτων και οι υπόλοιπες 50 θα πριµοδοτήσουν το πρώτο κόµµα, γ) Το θεωρητικά µέγιστο ποσοστό προκειµένου να πετύχει κάποιο κόµµα βέβαιη αυτοδυναµία, ανέρχεται στο 40,4% των έγκυρων ψήφων (Σηµείωση: δεν θα επεκταθούµε εδώ σε λεπτοµερείς αναφορές για τον τρόπο κατανοµής των εδρών ανά εκλογική περιφέρεια – αρκούν οι προαναφερόµενοι βασικοί άξονες γα την κατανόηση του πυρήνα της λογικής του εκλογικού συστήµατος).

Συµπερασµατικά, το τι σηµαίνει ως προς το εκλογικό αποτέλεσµα η εκλογική απεργία ή το άκυρο ή το λευκό ψηφοδέλτιο, δεν µπορεί να ειπωθεί µε βεβαιότητα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα διευκολύνει την δηµιουργία αυτοδύναµης κυβέρνησης από το συνδυασµό που πλειοψήφησε (αν δεχτούµε ότι οι απέχοντες εκφράζουν κυρίως αντικοινοβουλευτικές θέσεις – κάτι που δεν είναι αυτονόητο αφού απροσδιόριστο ποσοστό όσων δεν προσέρχονται στις κάλπες απλώς είναι απαθές και η αποχή δεν αποτελεί συνειδητή πολιτική στάση), αν και εφ΄όσον συγκεντρώσει βέβαια τα προαναφερόµενα ποσοστά. Από την άλλη πλευρά, η προς αποφυγή αυτού του ενδεχόµενου συµµετοχή στις εκλογές, επίσης δεν αποτελεί «έξυπνη κίνηση», αφού, όπως είδαµε, σε κάθε περίπτωση θα υπάρξει Κυβέρνηση (έστω και µε συµµαχία των παρατάξεων της κυρίαρχης ελίτ), η οποία τυπικά-νοµικά θα είναι νόµιµη, η οποία, ταυτόχρονα, στην πράξη και στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας του λαού θα είναι ανοµιµοποίητη (ως Κυβέρνηση µειοψηφίας σε σχέση µε το σύνολο της κοινωνίας/εκλογικού σώµατος) και η οποία, σε κάθε περίπτωση δεν θα αποτελεί έναν ανεξάρτητο πολιτικό παίκτη στη διεθνή πολιτική σκηνή, αλλά ένα νέο πολιτικό προσωπικό που θα έχει ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα συµφέροντα των κυρίαρχων στρωµάτων, ντόπιων ή/και ξένων. Αυτό ίσχυε ανέκαθεν στις Κοινοβουλευτικές «Δηµοκρατίες» και αυτό θα ισχύει όσο το σύστηµα της αντιπροσώπευσης παραµένει στο προσκήνιο της πολιτικής πραγµατικότητας.

Ναί στην αποχή, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις;

Μετά από όσα προειπώθηκαν, είναι φανερό πως η συµµετοχή των πολιτών στις εθνικές (βουλευτικές) εκλογές είναι συµµετοχή σε ένα στηµένο πολιτικό παιχνίδι, που δεν έχει σχέση όχι µόνο µε την πραγµατική δηµοκρατία αλλά απέχει πολύ ακόµα και από την ιδεατή αντιπροσωπευτική δηµοκρατία. Κατ’ αρχήν λοιπόν, η θέση πως η συµµετοχή στις εκλογές σηµαίνει νοµιµοποίηση µιας πολιτικής αποπολιτικοποίησης των πολιτών, ή συµµαχία µε τα κυρίαρχα στρώµατα που θέτουν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, φαίνεται σωστή. Αν η θέση µας είναι ότι επιθυµούµε την εγκαθίδρυση µια αυτόνοµης κοινωνίας µέσω αµεσοδηµοκρατικών διαδικασιών, τότε η νοµιµοποίηση της κοινοβουλευτικής υφαρπαγής της κοινωνικής συναίνεσης, αποτελεί πολιτική αυτοκτονία – άποψη που δεν διατυπώνεται µόνο από ηθική σκοπιά αλλά, αντίθετα, µέσα από τη ρεαλιστική και ψυχρή εξέταση των δεδοµένων. Κατ’ ακολουθίαν, ο επόµενος συλλογισµός δεν µπορεί παρά να είναι ότι, για να αποτελέσει η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες (ή η επιλογή του άκυρου), µία ενεργητική, θετική, συνειδητοποιηµένη πολιτική θέση, οφείλει να συνδυαστεί µε την µεθοδευµένη προσπάθεια για την δηµιουργία θεσµών που θα µπορέσουν αφ’ ενός να παρακάµψουν την ετερονοµία του αντιπροσωπευτικού συστήµατος και, ταυτόχρονα, να προωθήσουν το πρόταγµα της αυτο-κυβέρνησης, της αυτοθέσµισης, της αυτονοµίας. Διαφορετικά, η αποχή, στο βαθµό που δεν αποτελεί το έναυσµα για την δηµιουργία µιας άλλης, νέας, αυτόνοµης θέασης της πολιτικής, δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από µια στείρα άρνηση η οποία, όσο κι αν είναι ηθικά δικαιωµένη (απ’ όσους την επιλέγουν συνειδητά και όχι λόγω πολιτικής αφασίας), δεν πρόκειται να προσφέρει καµία πολιτική λύση, αλλά µάλλον θα είναι µια στάση καταδικασµένη σε αποτυχία αφού θ’ αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου, κάλπικου νοµίσµατος.Η αντιπροσωπευτική δηµοκρατία και ο κοινοβουλευτισµός εµπεριέχουν από τη φύση τους µια λογική περιθωριοποίησης των πολιτικών πρακτικών που αντιτίθενται στον πυρήνα τους. Έτσι, η αποχή (ή το άκυρο) αν δεν συνδυαστεί µε πρακτικές που επιδιώκουν την διαρκή κοινωνική επανάσταση, περιορίζεται σε µια δικαιολογηµένη αλλά συναισθηµατική και όχι πολιτική στάση.

Αυτή είναι λοιπόν η ευθύνη µας: Να νοηµατοδοτήσουµε την αποχή και την άρνηση της απάτης των εκλογών µε τρόπο που θα ανοίξει το δρόµο για την χειραφέτηση και την αυτονόµηση της κοινωνίας, αποδεσµεύοντάς την από τον σκέτο ροµαντισµό και διαφοροποιώντας την, στα µάτια όλης της κοινωνίας, από την απλή απάθεια, την αδιαφορία ή τον απροσδιόριστο µηδενισµό. Απέχω από τις εκλογές σηµαίνει συµµετέχω µε όλες µου τις δυνάµεις στην προσπάθεια άσκησης πραγµατικής πολιτικής, µέσα από  κάθε είδους επαναστατικές και ριζοσπαστικές πρακτικές, μέσα από συνελεύσεις πολιτών και διάφορες άλλες ανοιχτές διαδικασίες. Διαφορετικά δεν σηµαίνει τίποτα και δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την µη-αποχή σε ένα σικέ παιχνίδι.

Έτσι λοιπόν, όταν αρχίσουν πάλι οι πολιτικές διαφημίσεις να σπέρνουν προπαγάνδα περί «σωτηρίας της χώρας», να μιλούν για το κατόρθωμα μιας κυβέρνησης, ας θυμηθούμε εμείς τις αυτοκτονίες των συνανθρώπων μας λόγω των αβάσταχτων χρεών, ας θυμηθούμε τους άστεγους, όλους αυτούς που η ζωή τους υποβαθμίστηκε, όλους αυτούς που υπέφεραν από την αστυνομική καταστολή και την βία, τους πολίτες αυτής της χώρας που λοιδωρήθηκαν στο εξωτερικό ως «τεμπέληδες και ανεύθυνοι» εξαιτίας ορισμένων πολιτικών (βλ. Θ.Πάγκαλος στο Παρίσι ή τις δηλώσεις του Γ.Α.Παπανδρέου στο Βερολίνο: «κυβερνώ μια χώρα διεφθαρμένων»). Ας κοιτάξουμε τη δυστυχία μας κι ας θυμηθούμε όλον αυτόν τον διασυρμό. Πριν αναζητήσουμε λύσεις στην φασίζουσα αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας, ας μην ξεχάσουμε το Βατοπέδι, τη Siemens, τις υποκλοπές, το παραδικαστικό κύκλωμα, τα τόσα άλλα σκάνδαλα αξίας εκατομμυρίων ευρώ και αυτά που χαρακτήρισαν εκείνη την κυβέρνηση ως μια από τις πιο διεφθαρμένες και γελοίες της νεότερης ιστορίας – σκάνδαλα για τα οποία κανείς δεν δικάστηκε ενώ αντιθέτως εμείς καλούμαστε να πληρώσουμε και πληρώνουμε τώρα. Πριν δούμε τους ακροδεξιούς να μιλούν για «καθαρή Ελλάδα μόνο με Έλληνες» ας θυμηθούμε ξανά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Εβραίων, τις ρατσιστικές δολοφονίες (και αν το τελευταίο δεν μας ενδιαφέρει γιατί «αυτοί είναι ξένοι και παράνομοι», ας φέρουμε στο νου μας τον ρατσισμό που βίωσαν στο παρελθόν και βιώνουν και σήμερα οι Έλληνες του εξωτερικού και το πως αντιμετωπίζονται από τους εκεί ακροδεξιούς). Πριν ακούσουμε τις ασυναρτησίες των αριστερών και την ξύλινή τους γλώσσα για εργατική εξουσία, ας φέρουμε στο νου μας τα γκούλακ και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που διαμόρφωσαν τα καθεστώτα που οι ίδιοι έχουν σήμερα ως πρότυπο (όχι πως υπάρχει περίπτωση αν κάποιο από αυτά βγει νικητής στις αναμετρήσεις να εφαρμόσει τα δικά του προτάγματα μόλις αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, για τους λόγους που αναφέραμε και παραπάνω). «Όποιος  ψηφίσει και δεν προετοιμάσει την κοινωνική επανάσταση είναι για εμάς  βλαβερός, αλλά το ίδιο βλαβερός είναι και όποιος απόσχει από τις εκλογές  και δεν προετοιμάσει την κοινωνική επανάσταση» έλεγε κάποτε ο Ισπανός αναρχικός μαχητής Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Βέβαια, αν κάποιος αποφασίσει να συμμετάσχει στις εκλογές, ρίχνοντας μια ψήφο σε κάποιο αριστερό κόμμα μόνο και μόνο επειδή αισθάνεται καθήκον να πράξει έστω και κάτι, προκειμένου να σαμποτάρει την αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής ή νιώθει ότι εξ αιτίας των θρασύδειλων αυτών Νεοναζί απειλούνται ακόμα και τα ελάχιστα δημοκρατικά του δικαιώματα, σίγουρα η πράξη του δεν θα καταλογιστεί ως άνευ όρων συμβιβασμός με αυτόν τον χρεοκοπημένο θεσμό που ονομάζεται κοινοβουλευτική «δημοκρατία». Αλλά θα πρέπει να γνωρίζει ότι ο στόχος είναι άλλος και όχι εκλογές. Ότι η πραγματική πολιτική γράφεται στους δρόμους και τις πλατείες. Ότι πολίτης ελεύθερος είναι αυτός που μπορεί πάντοτε να συναποφασίζει, όχι μόνο για να λύσει τα προβλήματά του, αλλά για να ακούσει και ν’ ακουστεί, να δοκιμαστεί και τέλος, να γίνει καλύτερος άνθρωπος!

Σηµειώσεις
[1] Προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, η αρχή της πλειοψηφίας, ή αλλιώς η δικτατορία της πλειοψηφίας, µπορεί να καταστήσει ένα πολίτευµα δηµοκρατικό. Με βάση τον Γάλλο φιλόσοφο Αλέξις Ντε Τοκβίλ, κάτι τέτοιο αποτελεί εξίσου µια µορφή τυραννίας. Διότι δεν θα πρέπει να βλέπουμε την κοινωνία σαν µια µάζα ανθρώπων, αλλά, σαν ένα σύνολο διαφορετικών πολιτών που ο καθένας ξεχωριστά έχει το δικαίωµα να αυτο-προδιορίζεται όπως επιθυµεί. Η δηµοκρατία γεννιέται όταν όλοι οι πολίτες συνευρίσκονται µε σκοπό να ενώσουν τις φωνές  τους, τη διαφορετικότητά τους, προκειµένου να συνθέσουν από κοινού, να δηµιουργήσουν και να προσφέρουν κάτι καινούριο.

Η δηµοκρατία προυποθέτει  και δηµοκρατικούς πολίτες, έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εννοώντας πως δεν είναι δυνατόν, αν µέσα σ΄ ένα σύνολο ανθρώπων, η πλειοψηφία ταχθεί π.χ. υπέρ της ποινής του θανάτου (όπως γίνεται στην Βρετανία) να επικροτούµε  κι εµείς την απόφαση αυτήν, µόνο και µόνο λόγω της αρχής της πλειοψηφίας, κάτι που σηµαίνει ότι εµείς ντετερµινιστικά θα πρέπει να  δεχτούµε τη δηµιουργία ενός εκτρώµατος. Θα δικαιώναµε εµείς την απόφαση της Αµερικανικής κοινωνίας να βοµβαρδίσει το Ιράν σκοτώνοντας εκατοµµύρια ανθρώπους; Θα θεωρούσαµε την κοινωνία της Γερµανίας δηµοκρατική αν σε δηµοψήφισµα αποφάσιζε τον οικονοµικό αποκλεισµό της Ελλάδας; Έτσι λοιπόν, η άµεση δηµοκρατία δεν  είναι ένας αυτοσκοπός, αλλά ένα µέσο προκειµένου να βαδίσουµε προς το ιδεατό, την συλλογική αλλά και ατοµική αυτονοµία. Η αυτονοµία γεννιέται όταν εµείς  µπορούµε ν’ αµφισβητούµε τις κυρίαρχες  αξίες και δεν υιοθετούµε εξωκοινωνικές δοξασίες αναφορικά µε τις  απαντήσεις που δίνουµε κατά τη  διαδικασία διαύγασης των ερωτηµάτων που  θέτουµε. Οποιαδήποτε τυφλή προσαρμογή είναι ετερονομία. Διότι δεν δίνει στο άτοµο την ικανότητα να κριτικάρει αυτό που του έχει δοθεί γιατί, νοµοτελειακά  πιστεύει ότι αυτό είναι το πρέπον και το ορθό (ετερόνοµη ταύτιση).

[2]Το συγκεκριµένο απόσπασµα της συνέντευξής του θα έπρεπε να µας απασχολεί, αρκετά περισσότερα από τους χονδροειδής λαϊκισµούς της Μέρκελ περί «τεµπέληδων Ελλήνων» και «σκληρά εργαζόµενων βορειοευρωπαίων». Το να αποδεχόµαστε ότι η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας αποτελεί πρόβληµα, είναι κάτι που αποκαλύπτει τα εξωφρενικά επίπεδα κοµφορµισµού που µαστίζουν τις Δυτικές κοινωνίες.

________________________________

Στο βίντεο που παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ, ο Αμερικανός κωμικός George Carlin, σατιρίζει τις εκλογές και, την ίδια ώρα, μας ωθεί σε αυτοκριτική. Το μόνο που μένει να κάνουμε βλέποντας τον να μιλά στο κοινό του, είναι ν’ αντικαταστήσουμε τις λέξεις, Αμερική, Αμερικάνος, Αμερικανικός με Ελλάδα, Έλληνας και Ελληνικός…


πηγή: eagainst.com Συνδιαμόρφωση από efor, ian delta, julien febvre

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *